πρωτοπόρος

πρωτοπόρος

(αγγλικά*: pioneer )
Δες περισσότερες μεταφράσεις:
  • πρωτοπόρος στο google
  • πρωτοπόρος στο wordreference
  • πρωτοπόρος στο linguee
  • * αυτόματη μετάφραση από το google. Μπορεί να μην είναι σωστή. Για περισσότερη ακρίβεια δείτε πιο κάτω:

    ο, η πρωτοπόρος
    Αυτός ή αυτή που πηγαίνει μπροστά, που ανοίγει νέους δρόμους
    1) η έρευνα για τον καρκίνο που γίνεται σ’ αυτό το κέντρο είναι πρωτοπόρα!
    2) οι σοβιετικοί ήταν πρωτοπόροι στην εξερεύνηση του διαστήματος, τον καιρό του γκαγκάριν και του σπούτνικ

    Add your translation, definition, comment or question.

    Πίσω στο: λέξεις

    Comments

    No Comments Yet. Be the first?

    Post a comment

    error: Alert: Content is protected !!