επιμένω

επιμένω# (αόρ. επέμεινα) να επιμείνω:
δεν σταματάω να προσπαθώ να κάνω κάτι


Επιμένω να μάθω ελληνικά, αν και είναι δύσκολη γλώσσα!

Leave a Reply