εξαφανίζομαι

Εξαφανίζω / να εξαφανίσω εξαφανίζομαι / να εξαφανιστώ
Ξαφνικά οι άλλοι με χάνουν, δεν ξέρουν που βρίσκομαι
Το αεροπλάνο πέταξε ψηλά και εξαφανίστηκε μέσα στα σύννεφα

Leave a Reply