ελευθερώνω

ελευθερώνω / να ελευθερώσω
ελευθερώνομαι / να ελευθερωθώ

Δίνω σε κάποιον την ελευθερία του.
1) ο αμερικάνικος στρατός ελευθέρωσε την ευρώπη από τους ναζί.
2) η ελλάδα ελευθερώθηκε από τους τούρκους τον 19ο αιώνα, και τώρα είναι ανεξάρτητο κράτος.

Leave a Reply