ανανεώνω

ανανεώνω / να ανανεώσω
ανανεώθηκα / να ανανεωθώ

Κάτι πάλι κάτι να φαίνεται νέο
1) Έκανα ένα μπάνιο και φόρεσα καινούργια ρούχα, ανανεώθηκα!
2) Τα έπιπλα του σπιτιού χρειάζονται ανανέωση. Καιρός να αγοράσουμε κάτι καινούργιο

Leave a Reply