ένοπλος

ένοπλος

(αγγλικά*: armed )
Δες περισσότερες μεταφράσεις:
  • ένοπλος στο google
  • ένοπλος στο wordreference
  • ένοπλος στο linguee
  • * αυτόματη μετάφραση από το google. Μπορεί να μην είναι σωστή. Για περισσότερη ακρίβεια δείτε πιο κάτω:

    ένοπλος. /η /ο
    Κάποιος που έχει μαζί του όπλο
    1) ένοπλη ληστεία έγινε χθες στο κέντρο της αθήνας
    2) η ευρωπαϊκή ένωση θέλει να προσλάβει νέους ένοπλους υπάλληλους ασφάλειας και προστασίας
    https://epso.europa.eu/job-opportunities/competition/3221/description_el

    Add your translation, definition, comment or question.

    Πίσω στο: λέξεις

    Comments

    No Comments Yet. Be the first?

    Post a comment

    error: Alert: Content is protected !!