ένοπλος

ένοπλος. /η /ο
Κάποιος που έχει μαζί του όπλο
1) ένοπλη ληστεία έγινε χθες στο κέντρο της αθήνας
2) η ευρωπαϊκή ένωση θέλει να προσλάβει νέους ένοπλους υπάλληλους ασφάλειας και προστασίας
https://epso.europa.eu/job-opportunities/competition/3221/description_el

Leave a Reply