άδεια

« Declination & grammar rules (if available)

η άδεια / οι άδειες

  • leave
  • license, permit
  • permission, consent
  • clearance

Το χαρτί που παίρνουμε από μια υπηρεσία του κράτους και μ’ αυτό μπορούμε να αρχίσουμε μια δουλειά ή να κάνουμε κάτι άλλο
Το δικαίωμα που μας δίνει μια αρχή ή κάποιος με εξουσία να κάνουμε κάτι
Κάποιες μέρες διακοπές από την δουλειά
Αγόρασε μια άδεια ταξί, για να μπορεί να δουλέψει ο γιος του.
Ο μαθητής πήρε άδεια από τον δάσκαλο και έφυγε από το μάθημα
Πήρε άδεια από την δουλειά χθες και φεύγει διακοπές αύριο. Θα έχει άδεια μέχρι το τέλος του μήνα.

 

examples | images

- άδεια στο google
- άδεια στο wordreference
- άδεια στο λεξικό Τριανταφυλλίδη (Ελληνικό - Ελληνικό)
- Add your own translation, definition, comment or question.

1 Comment

  1. Avatar

    Ένα σχόλιο για την λέξη ΑΔΕΙΑ :
    Ανακάλυψα τυχαία έναν περίεργο ιδιωματισμό με την λέξη ‘άδεια’, ή μάλλον με την ομώνυμη μορφή κλίσης της λέξης ‘άδειος, -α, -ο’, δηλαδή με την αιτιατική πληθυντικού αριθμού του ουδετέρου γένους αυτού του επιθέτου.
    Η ιδιωματική έκφραση είναι: “Ρίχνω άδεια να πιάσω γεμάτα” που σημαίνει “λέω πράγματα, φαινομενικά άσχετα και χωρίς σημασία, για να αναγκάσω κάποιον να αποκαλύψει την αλήθεια”.
    Στα αγγλικά υπάρχουν παράλληλους ιδιωματισμούς όπως shake some trees, shake one’s tree, rattle some cages, όλους με κυνηγετικούς συνειρμούς.
    Το ίδιο βρίσκουμε στα γερμανικά: “auf den Busch klopfen” με την σημασία “versuchen, etwas herauszubekommen; jemanden auszuhorchen versuchen; versuchen, Informationen zu bekommen; vorsichtig anfragen”.
    Και στα δανικά: “få/lokke nogen ud af busken” με την σημασία “få nogen til at gøre eller sige noget som vedkommende har været tilbageholdende med”.
    Στην μοντέρνη Βοκμααλ, επίσης στα σουηδικά φαίνεται ότι δεν υπάρχει αυτή τη μεταφορά. (Δεν υπάρχει ούτε στο NAOB, ούτε στο SAOB. Το δεύτερο έχει μόνο “LOCKA UR, förr äv. UTUR. gm övertalning o. d. förmå (ngn) att meddela (ngt, i sht en hemlighet l. dyl.). Locka ur ngn sanningen.”)

Leave a Reply