περιβάλλω-

περιβάλλω-

(αγγλικά: encompass- )
Δες περισσότερες μεταφράσεις για περιβάλλω- στο google

περιβάλλω (αόρ. περιέβαλα) να περιβάλω:
βρίσκομαι γύρω από κάποιον ή κάτι


Η θάλασσα περιβάλλει το νησί Η μητέρα περιβάλλει το παιδί με αγάπη

Add your translation, definition, comment or question.

Πίσω στο: Λεξικό

Comments

No Comments Yet. Be the first?

Post a comment

error: Alert: Content is protected !!