περιέχω-

περιέχω-

(αγγλικά: contain- )
Δες περισσότερες μεταφράσεις για περιέχω- στο google

περιέχω (αόρ. περιείχα) να περιέχω:
κάτι υπάρχει μέσα σε κάτι άλλο


Το ποτήρι περιέχει νερό, είναι γεμάτο!

Add your translation, definition, comment or question.

Πίσω στο: Λεξικό

Comments

No Comments Yet. Be the first?

Post a comment

error: Alert: Content is protected !!