καταλαμβάνω-

καταλαμβάνω-

(αγγλικά: occupy- )
Δες περισσότερες μεταφράσεις για καταλαμβάνω- στο google

καταλαμβάνω (αόρ. κατέλαβα) να καταλάβω:
παίρνεις μια περιοχή, συνήθως με την βία


Το 1941 ο γερμανικός στρατός καταλαμβάνει την Ελλάδα

Add your translation, definition, comment or question.

Πίσω στο: Λεξικό

Comments

No Comments Yet. Be the first?

Post a comment

error: Alert: Content is protected !!