επιμένω-

επιμένω-

(αγγλικά: insist- )
Δες περισσότερες μεταφράσεις για επιμένω- στο google

επιμένω# (αόρ. επέμεινα) να επιμείνω:
δεν σταματάω να προσπαθώ να κάνω κάτι


Επιμένω να μάθω ελληνικά, αν και είναι δύσκολη γλώσσα!

Add your translation, definition, comment or question.

Πίσω στο: Λεξικό

Comments

No Comments Yet. Be the first?

Post a comment

error: Alert: Content is protected !!