εκδίδω-

εκδίδω-

(αγγλικά: issue- )
Δες περισσότερες μεταφράσεις για εκδίδω- στο google

εκδίδω (αόριστος εξέδωσα) να εκδώσω:
τυπώνω ένα βιβλίο και το στέλνω στα βιβλιοπωλεία


Το πρώτο βιβλίο στον κόσμο εκδίδεται από τον Gutemberg.

Add your translation, definition, comment or question.

Πίσω στο: Λεξικό

Comments

No Comments Yet. Be the first?

Post a comment

error: Alert: Content is protected !!