ανανεώνω

ανανεώνω

(αγγλικά*: renew )
Δες περισσότερες μεταφράσεις:
  • ανανεώνω στο google
  • ανανεώνω στο wordreference
  • ανανεώνω στο linguee
  • * αυτόματη μετάφραση από το google. Μπορεί να μην είναι σωστή. Για περισσότερη ακρίβεια δείτε πιο κάτω:

    ανανεώνω / να ανανεώσω
    ανανεώθηκα / να ανανεωθώ

    Κάτι πάλι κάτι να φαίνεται νέο
    1) Έκανα ένα μπάνιο και φόρεσα καινούργια ρούχα, ανανεώθηκα!
    2) Τα έπιπλα του σπιτιού χρειάζονται ανανέωση. Καιρός να αγοράσουμε κάτι καινούργιο

    Add your translation, definition, comment or question.

    Πίσω στο: λέξεις

    Comments

    No Comments Yet. Be the first?

    Post a comment

    error: Alert: Content is protected !!