αναβάλλω

αναβάλλω

(αγγλικά*: postpone )
Δες περισσότερες μεταφράσεις:
  • αναβάλλω στο google
  • αναβάλλω στο wordreference
  • αναβάλλω στο linguee
  • * αυτόματη μετάφραση από το google. Μπορεί να μην είναι σωστή. Για περισσότερη ακρίβεια δείτε πιο κάτω:

    αναβάλλω / να αναβάλω (αορ. Ανέβαλα)
    αναβάλλομαι / να αναβληθώ

    αφήνω μια δουλειά για αργότερα
    Δεν κάνει τίποτα στην ώρα του, τα αναβάλλει όλα για αύριο

    Add your translation, definition, comment or question.

    Πίσω στο: λέξεις
    Tags: ρήμα

    Comments

    No Comments Yet. Be the first?

    Post a comment

    error: Alert: Content is protected !!