αμφιβάλλω-

αμφιβάλλω-

(αγγλικά: I doubt- )
Δες περισσότερες μεταφράσεις για αμφιβάλλω- στο google

αμφιβάλλω (αορ. αμφέβαλα) να αμφιβάλλω: Δεν είμαι σίγουρος για κάτι


Αμφιβάλλω αν μου λες την αλήθεια (=δεν είμαι σίγουρος ότι μου λες την αλήθεια)

Add your translation, definition, comment or question.

Πίσω στο: Λεξικό

Comments

No Comments Yet. Be the first?

Post a comment

error: Alert: Content is protected !!