αγαθό

αγαθό

(αγγλικά*: good )
Δες περισσότερες μεταφράσεις:
  • αγαθό στο google
  • αγαθό στο wordreference
  • αγαθό στο linguee
  • * αυτόματη μετάφραση από το google. Μπορεί να μην είναι σωστή. Για περισσότερη ακρίβεια δείτε πιο κάτω:

    Το αγαθό
    Κάτι με αξία που μας ευχαριστεί να έχουμε και συνήθως αγοράζουμε ή κάνουμε δικό μας με άλλο τρόπο
    Έχει όλα τα αγαθά στο ψυγείο του, δεν μπορείς να πεις ότι πεινάει!
    Η υγεία είναι το σημαντικότερο αγαθό του ανθρώπου

    Add your translation, definition, comment or question.

    Πίσω στο: λέξεις

    Comments

    No Comments Yet. Be the first?

    Post a comment

    error: Alert: Content is protected !!